Το ΣτΕ και οι Θρησκευτικοί Χώροι εν Καιρώ Πανδημίας

Αλέξανδρος Κυριακίδης[1], Νάντια Τσιναφορνιώτη[2]

Εν τέλει, το ΣτΕ δεν εξέτασε επί της ουσίας το θέμα της απαγόρευσης λειτουργίας ή/και επιβολής περιορισμών σε θρησκευτικούς χώρους λατρείας (εν αντιθέσει με ανάλογες περιπτώσεις άλλων κρατών, όπως π.χ. το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτείων Αμερικής), και απέρριψε το αίτημα αναστολής προτάσσοντας την προστασίας της δημόσιας υγείας, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε δυνατότητα άμεσης εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων προς επίτευξη του επιθυμητού σκοπού. Ομοίως απέρριψε και το αίτημα ακύρωσης λόγω μη ύπαρξης ιδιαίτερου έννομου συμφέροντος και κατήργησε της δίκη εξαιτίας μη ισχύος της υπό εξέταση κανονιστικής πράξης.

Εισαγωγή

Είναι γεγονός ότι η πανδημία του ιού SARS-CoV-2 και της σχετικής νόσου COVID-19 έχει ως αποτέλεσμα την περιστολή, συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων παγκοσμίως, με σκοπό τον περιορισμό μετάδοσης του ιού και την προστασία της δημόσιας υγείας. Η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση, θέτοντας αυστηρούς περιορισμούς στα δικαιώματα της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών (αρ. 5 Συντάγματος), των συναθροίσεων (αρ. 11 Συντάγματος), κ.α. Μία δραστηριότητα στην οποία επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί ήταν και η θρησκευτική λατρεία. Οι δε περιορισμοί αυτοί αμφισβητήθηκαν με δικαστικές προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).

Νομοθετικό Πλαίσιο

Στην Ελλάδα, η δυνατότητα επιβολής προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας χώρων θρησκευτικής λατρείας προβλέφθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 με το άρθρο πρώτο, παρ. 2, περ. στ΄ της από 25.02.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ)[3], ως μέτρο «πρόληψης, υγειονομικής παρακολούθησης, καθώς και περιορισμού της διάδοσης της νόσου», με εξουσιοδότηση έκδοσης σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, και Υγείας (ίδιο άρθρο, παρ. 4, περ. δ).[4]

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα εκδόθηκε η πρώτη σχετική υπ’ αριθμ. 2867/Υ1/16.03.2020 ΚΥΑ, που προέβλεπε την «προσωρινή απαγόρευση της τέλεσης κάθε είδους λειτουργιών και ιεροπραξιών σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους θρησκευτικής λατρείας …κάθε δόγματος και θρησκείας …για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας» μέχρι 30.03.2020. Επετράπη μόνον η προσέλευση για ατομική προσευχή με βραχεία παραμονή και περιορισμό 1 άτομο/10 τετραγωνικά μέτρα (τ.μ.). Η λήξη του χρονικού διαστήματος της ανωτέρω ΚΥΑ παρατάθηκε συνολικά πέντε διαδοχικές φορές: έως 11.04.2020, έως 20.04.2020, έως 28.04.2020 έως 03.05.2020, και τέλος έως 16.05.2020, έχοντας συνολική διάρκεια 2 μηνών[5].

Λίγες ημέρες πριν εκπνεύσει η τελευταία παράταση, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.29519/12.05.2020 ΚΥΑ, με την οποία από 17.05.2020 επετράπη η τέλεση θρησκευτικών τελετών με τον περιορισμό 1 ατόμου ανά 10 τ.μ. και με απόσταση 1.5 μέτρου μεταξύ ατόμων, έως 50 ατόμων για θρησκευτικούς χώρους άνω των 500 τ.μ., και με την τήρηση όλων των σχετικών υγειονομικών πρωτοκόλλων (αντισηπτικά χεριών, μάσκες, φυσικός αερισμός χώρου, κλπ.). Οι περιορισμοί ίσχυαν έως 05.06.2020.

Προσφυγές ενώπιον του ΣτΕ

Κατά των ΚΥΑ που επέβαλαν το προαναφερθέν μέτρο ασκήθηκαν οι από 18.03.2020 αίτηση αναστολής και 30.03.2020 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, σε συνέχεια των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις υπ’ αριθμ. 49/2020 της Επιτροπής Αναστολών και 1294/2020 του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο πρώτο, παρ. 5 της ΠΝΠ προβλέπει την δυνατότητα υποβολής αντιρρήσεων στον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της περιφέρειας από οποιοδήποτε πρόσωπο θίγεται από τα σχετικά μέτρα, πλην όμως αυτό κρίθηκε ότι αφορά μόνον σε «ατομικές περιπτώσεις …και όχι την ευθεία προσβολή των κανονιστικών πράξεων με τις οποίες θεσπίζονται τα μέτρα αυτά», η οποία και ανήκει στο ΣτΕ (ΣτΕ 1294/2020, παρ. 4).

Όσον αφορά την αίτηση αναστολής και τη σχετική υπ’ αριθμ. 49/2020 απόφαση, σύμφωνα με το αρ. 52, παρ. 6 του ΠΔ 18/1989 (όπως ισχύει), για να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής πρέπει να είναι προδήλως βάσιμη («…όταν ο σχετικός λόγος ακυρώσεως βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, και πάντως όχι, όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του») ή/και να προκαλείται στον αιτούντα «βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως». Αντιθέτως, απορρίπτεται εάν, ακόμη και στην περίπτωση βλάβης, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες σε τρίτους και το δημόσιο συμφέρον από τη δυνητική αποδοχή της αίτησης ακύρωσης «θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος». Η Επιτροπή Αναστολών απέρριψε την αίτηση, διαλαμβάνοντας ότι τα περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν «για εξαιρετικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας…», είναι προσωρινού χαρακτήρα, και ότι «…κατά τα κοινώς γνωστά, δεν προκύπτει, επί του παρόντος, ότι υφίστατο δυνατότητα να ληφθούν και εφαρμοσθούν αμέσως άλλα μέτρα για την αποτελεσματική προφύλαξη της δημόσιας υγείας», ενώ οι λόγοι ακυρώσεως δεν κρίθηκαν προδήλως βάσιμοι (παρ. 6).

Όσον αφορά στην αίτηση ακύρωσης (που οδήγησε στη σχετική υπ’ αριθμ. 1294/2020 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ) κατατέθηκε στις 30.03.2020, κατά της πρώτης παράτασης της αρχικής ΚΥΑ (εκδοθείσα στις 28.03.2020). Όμως, το Τμήμα συνεδρίασε σχεδόν δύο μήνες μετά, στις 26.05.2020, οπότε ίσχυε πλέον η νέα ΚΥΑ (εκδοθείσα 12.05.2020), η οποία επέτρεπε τη διεξαγωγή λειτουργιών με αυστηρούς περιοριστικούς όρους και τήρηση υγειονομικών πρωτοκόλλων. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 32 του ΠΔ 18/1989 (ως ισχύει), η δίκη καταργείται εάν, μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, η προσβαλλόμενη πράξη εν τω μεταξύ ανακλήθηκε, ακυρώθηκε, ή έπαυσε να ισχύει για οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν οι αιτούντες επικαλούνται «ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί την συνέχιση της δίκης», εάν η πράξη, λόγω περιορισμένου χρονικού διαστήματος, έληξε και «μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεότερη πράξη ομοίου περιεχομένου», ή εάν η πράξη «τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα».

Βάσει των ανωτέρω διατάξεων, οι αιτούντες κατέθεσαν 2 επιπλέον δικόγραφα στις 06.05.2020, για την πέμπτη (και τελευταία) παράταση της αρχικής ΚΥΑ, και στις 14.05.2020, για τη νέα ΚΥΑ που επέτρεπε, με περιορισμούς, την τέλεση λειτουργιών. Για την αρχική ΚΥΑ αυτή καθεαυτήν, οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ότι συνέτρεχαν λόγοι συνέχισης της δίκης, εφόσον είχαν υποστεί ηθική βλάβη η οποία «προκλήθηκε εξ αιτίας της έντονης ψυχικής και συναισθηματικής δοκιμασίας που υπέστησαν λόγω της αποκοπής τους από τη λατρευτική κοινότητα και δεν μπορεί να αποκατασταθεί από τη Διοίκηση ή στο πλαίσιο άλλης δίκης». Για την νέα ΚΥΑ, ισχυρίστηκαν ότι η δίκη θα έπρεπε να συνεχιστεί εφόσον είχε, επί της ουσίας, όμοιο περιεχόμενο με την αρχική ΚΥΑ και εξακολουθούσε να είναι δυσμενής για αυτούς (παρ. 7).

Το Τμήμα Δ΄ του ΣτΕ, παρότι δέχθηκε την συνέχιση της δίκης στο πρώτο εκ των ανωτέρω δύο δικογράφων (06.05.2020) επί της πέμπτης παράτασης της αρχικής ΚΥΑ, απέρριψε (κατά πλειοψηφία εν μέρει) τους ισχυρισμούς του δεύτερου δικογράφου (12.05.2020), καταργώντας συνεπώς εν τω συνόλω τη δίκη. Όσον αφορά στην αρχική ΚΥΑ, το Τμήμα ομόφωνα απέρριψε τον ισχυρισμό ότι περιουσιακή ή ηθική βλάβη, ή η «αποτροπή της τυχόν εκδόσεως στο μέλλον ομοίου περιεχομένου διοικητικών πράξεων», συνιστούν ιδιαίτερο έννομο συμφέρον, κρίνοντας ότι υπήρχε η δυνατότητα αποκατάστασης από τα αρμόδια δικαστήρια. Επίσης βρήκε ότι, λόγω του κανονιστικού τους χαρακτήρα, οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αποδίδουν ηθική απαξία στους προσφεύγοντες (παρ. 7-8).

Όσον αφορά στη νέα ΚΥΑ (ως ομοίου περιεχομένου με την αρχική), η πλειοψηφία του Τμήματος απέρριψε τον ισχυρισμό συνέχισης της δίκης με αιτιολογία το όμοιο περιεχόμενο, διαπιστώνοντας ότι η νέα ΚΥΑ «διαφέρει …ουσιωδώς κατά περιεχόμενο…, καθόσον δεν απαγορεύει τη λειτουργία των θρησκευτικών χώρων, αλλά την επιτρέπει υπό όρους…, με συνέπεια το αντικείμενο της δίκης να διαφοροποιείται ουσιωδώς από το αρχικό ως προς τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του». Όμως, δύο μέλη του Τμήματος μειοψήφησαν, επιχειρηματολογώντας ότι, δεδομένου ότι η ΠΝΠ επί της οποίας βασίστηκαν όλες οι ΚΥΑ, προβλέπει σύνολο μέτρων, τα οποία αναθεωρούνται και εξειδικεύονται περαιτέρω για την χρονική διάρκεια και ένταση τους σύμφωνα με την συνεχώς μεταβαλλόμενη επιδημιολογική κατάσταση, και ότι τα μέτρα της νέα ΚΥΑ «έστω και ηπιότερου χαρακτήρα, εξακολουθούν να είναι δυσμενή για τους αιτούντες», η δίκη έπρεπε να συνεχισθεί,  διότι η νέα ΚΥΑ «εκδίδεται σε αντικατάσταση της προηγουμένης που έληξε» (παρ. 10).

Παρατηρήσεις

Εν τέλει, το ΣτΕ δεν εξέτασε επί της ουσίας το θέμα της απαγόρευσης λειτουργίας ή/και επιβολής περιορισμών σε θρησκευτικούς χώρους λατρείας (εν αντιθέσει με ανάλογες περιπτώσεις άλλων κρατών, όπως π.χ. το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτείων Αμερικής), και απέρριψε το αίτημα αναστολής προτάσσοντας την προστασίας της δημόσιας υγείας, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε δυνατότητα άμεσης εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων προς επίτευξη του επιθυμητού σκοπού. Ομοίως απέρριψε και το αίτημα ακύρωσης λόγω μη ύπαρξης ιδιαίτερου έννομου συμφέροντος και κατήργησε τη δίκης εξαιτίας μη ισχύος της υπό εξέταση κανονιστικής πράξης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχική ΚΥΑ και σε επιπλέον τρεις ακόμη εκ των ΚΥΑ που την επέκτειναν χρονικά, παρότι απαγορευόταν οι θρησκευτικές λειτουργίες και τελετές, επιτρεπόταν η προσέλευση ατόμων για ατομική προσευχή, η δε αυτή προσέλευση επετράπη με τη νέα ΚΥΑ και για θρησκευτικές λειτουργίες, και μάλιστα με τις ίδιες προδιαγραφές. Συνεπώς, οι ομοιότητες των ΚΥΑ φαίνεται να είναι αρκετές. Επιπλέον, η ΠΝΠ παρέχει τη δυνατότητα προσωρινής μόνον απαγόρευσης της λειτουργίας χώρων θρησκευτικής λατρείας, και όχι επιβολής ηπιότερων περιορισμών, και συνεπώς δεν φαίνεται να δίδει περιθώριο στη Διοίκηση να λάβει άλλα ηπιότερα μέτρα. Ο περιορισμός της Διοίκησης σε λήψη μέτρων μόνον απαγόρευσης για τους χώρους θρησκευτικής λατρείας από τον νομοθέτη είναι εμφανής και από το γεγονός ότι, στην περίπτωση που επιτρέπεται η διακριτική ευχέρεια για εφαρμογή ηπιότερων μέτρων, αυτό αναφέρεται ρητά σε άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. στον περιορισμό κυκλοφορίας μέσων μεταφοράς (άρθρο πρώτο, παρ. 1, περίπτωση η).

Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι όταν εκδόθηκε η νέα ΚΥΑ που επέτρεπε τις θρησκευτικές τελετές στις 12.05.2020, τα επίσημα επιδημιολογικά δεδομένα ήταν επιδεινωμένα (18 νέα κρούσματα, 2.744 συνολικά) σε σύγκριση με αυτά στις 02.05.2020 (8 νέα κρούσματα, 2.620 συνολικά), οπότε και είχε αποφασιστεί η εκ νέου (τελευταία) παράταση απαγόρευσης της λειτουργίας χώρων θρησκευτικής λατρείας. Συνεπώς, το επιχείρημα προστασίας δημόσιας υγείας εκ της Διοικήσεως δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο – τουλάχιστον στην βάση αμιγώς επιδημιολογικών στατιστικών – εφόσον τα δεδομένα υπήρξαν δυσμενέστερα όταν αποφασίστηκε η επαναλειτουργία των θρησκευτικών χώρων σε σύγκριση με αυτά του χρόνου απόφασης παράτασης απαγόρευσης λειτουργίας. Σε κάθε περίπτωση, επί της ουσίας εκδίκαση της υπόθεσης από το ΣτΕ θα είχε εξαιρετικό νομικό ενδιαφέρον για την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων της θρησκευτικής λατρείας αφενός και της δημόσιας υγείας αφετέρου, όπως και για τα όρια περιορισμών των δικαιωμάτων αυτών που δύναται να επιβάλει το κράτος.

***Δημοσιεύθηκε αρχικά στις 19.12.2020 στο https://www.constitutionalism.gr/ του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης».

[1]    Υπ. διδάκτωρ και Υπεύθυνος Λειτουργίας & Ερευνών, Κέντρο Έρευνας Δημοκρατίας και Δικαίου (ΚΕΔΗΔ), Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

[2]    Νάντια Τσιναφορνιώτη, Φοιτήτρια Νομικής Σχολής, ΑΠΘ και Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης & Εκδηλώσεων, ΚΕΔΗΔ.

[3] Κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4682/2020 σχεδόν 1 μήνα μετά εκδόσεως της στις 03.04.2020.

[4] Κρίθηκε (ΣτΕ 1294/2020, παρ. 3) ότι εκ παραδρομής στην παρ. 4 γίνεται αναφορά σε «μέτρα της παραγράφου 3» ενώ τα μέτρα παρατίθενται στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ΠΝΠ.

[5] Υπ’ αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.21285/29.03.2020, Δ1α/ΓΠ.οικ.23093/06.04.2020, Δ1α/ΓΠ.οικ.25763/16.04.2020, Δ1α/ΓΠ.οικ.27283/28.04.2020, Δ1α/ΓΠ.οικ.27807/02.05.2020, η τελευταία εκ των οποίων επανέφερε την δυνατότητα προσέλευσης για ατομική προσευχή για 1 άτομο ανά 10 τ.μ. και έως 50 άτομα σε περίπτωση θρησκευτικών χώρων άνω των 500 τ.μ., τηρώντας υγειονομικά πρωτόκολλα (αποστάσεις 1.5 μέτρου, αντισηπτικά χεριών, μάσκες, φυσικός αερισμός χώρου, κλπ.).