Το Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ, και η Δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου

Κατερίνα Καράτερζη[1], Αλέξανδρος Κυριακίδης[2]

Σίγουρα το θέμα της δικαιοδοσίας του ΔΠΔ, ειδικά επί υπηκόων κρατών που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό του, αποτελεί ζήτημα διαφωνίας όχι μόνον στο πολιτικό αλλά και στον ακαδημαϊκό χώρο, και αναμφισβήτητα επηρεάζει ευαίσθητα θέματα διεθνούς δικαίου και κρατικής κυριαρχίας…

Εισαγωγή

Το 2007, η Εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) Fatou Bensouda ξεκίνησε αυτεπάγγελτη προκαταρκτική εξέταση (preliminary examination) για τη συγκέντρωση στοιχείων και υποστηρικτικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 15(1) και 15(2) του Καταστατικού της Ρώμης (εφεξής ‘Καταστατικό’, κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 3003/2002), για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο Αφγανιστάν κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης από την 1η Μαΐου 2003 και έπειτα. Το Νοέμβριο του 2017, η Εισαγγελέας υπέβαλε ενώπιον του Τμήματος Προδικασίας[3] του ΔΠΔ αίτημα εξουσιοδότησης για να ξεκινήσει επίσημη έρευνα (“investigation”) σύμφωνα με το άρθρο 15(3) του Καταστατικού. Εκτός από μέλη των Ταλιμπάν, τις συνεργαζόμενες με αυτούς ένοπλες ομάδες και τις Αφγανικές Δυνάμεις Ασφαλείας, η Εισαγγελέας συμπεριέλαβε (παρ. 68-71) και μέλη των ενόπλων δυνάμεων και σχετικών υπηρεσιών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ) για σχετικά εγκλήματα κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κλπ. (παρ. 191 κ. επ.). Η Εισαγγελέας επίσης ανέφερε ότι ποινική ευθύνη έναντι του ΔΠΔ φέρει και ο ηθικός αυτουργός μιας εγκληματικής πράξης που τελείται σε έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, ακόμη και δίχως φυσική παρουσία (παρ. 47), με εμφανής προεκτάσεις για επίρριψη ευθυνών σε αμερικανικό στρατιωτικό ή και κυβερνητικό προσωπικό το οποίο ενδεχομένως να μην ήταν καν φυσικά παρόν στο Αφγανιστάν.

Διαδικασία Ενώπιον του ΔΠΔ

Στις 12 Απριλίου 2019, το Τμήμα Προδικασίας απέρριψε το αίτημα της Εισαγγελέως, όχι όμως λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας επί Αμερικανικού προσωπικού, όπως θα περίμενε κανείς, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό[4]. Αντιθέτως, οι δικαστές επιβεβαίωσαν τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ, βάση του εδαφικού κριτηρίου για πράξεις εντός του Αφγανιστάν, το οποίο και έχει κυρώσει το Καταστατικό (παρ. 50), σύμφωνα άλλωστε και με πάγια νομολογία του ΔΠΔ. Το αίτημα πέρασε και το στάδιο του παραδεκτού, εφόσον πληρείται τόσο το κριτήριο συμπληρωματικότητας, καθώς δεν υπήρξαν ποτέ έως σήμερα διαδικασίες έρευνας και σύλληψης σε εθνικό επίπεδο (παρ. 74), όσο και το κριτήριο της βαρύτητας, δεδομένης της φύσης, της διάρκειας και των συνεπειών των φερόμενων εγκλημάτων (παρ. 81-86). Ωστόσο, το Τμήμα Προδικασίας αποφάσισε ότι η έρευνα στην παρούσα φάση δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης για λόγους όπως, η ελλιπής διαθεσιμότητα αποδεικτικού υλικού, η έλλειψη συνεργασίας από τις αρχές των εμπλεκομένων κρατών και ο μη επαρκής προϋπολογισμός του ΔΠΔ για την υποστήριξη της έρευνας (παρ. 93-95).

Η Εισαγγελέας προσέφυγε κατά της απορριπτικής απόφασης ενώπιον του Τμήματος Εφέσεων, το οποίο για πρώτη φορά εξέτασε μια τέτοια προσφυγή (παρ. 25). Το Τμήμα Εφέσεων τον Μάρτιο του 2020, έκρινε ότι Τμήμα Προδικασίας δεν ερμήνευσε ορθά την έννοια του συμφέροντος της δικαιοσύνης (παρ. 49) και έτσι τελικά εξουσιοδότησε την Εισαγγελέα να ερευνήσει «φερόμενα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο έδαφος του Αφγανιστάν κατά την περίοδο από την 1η Μαΐου 2003, καθώς και άλλα φερόμενα εγκλήματα που έχουν σχέση με τις ένοπλες συγκρούσεις στο Αφγανιστάν και συνδέονται επαρκώς με την κατάσταση και διαπράχθηκαν στην επικράτεια άλλων κρατών μερών κατά την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2002» (παρ. 79). Αμέσως μετά την ανωτέρω απόφαση, το Αφγανιστάν απέστειλε επιστολή στην Εισαγγελέα, με την οποία αιτήθηκε την παραπομπή της διαδικασίας από το ΔΠΔ στο εθνικό σύστημα του Αφγανιστάν, δεδομένου ότι υπάρχουν ήδη σχετικές διώξεις στο εθνικό επίπεδο, κατ’ εφαρμογή του αρ. 18(2) του Καταστατικού.

Αντιδράσεις των ΗΠΑ

Ήδη ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Προδικασίας, ο Τζον Μπόλτον, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, δήλωσε τον Σεπτέμβριο του 2018 ότι “οι ΗΠΑ σκοπεύουν να προστατέψουν τους πολίτες τους και να πολεμήσουν τη δράση ενός παράνομου (“illegitimate”) δικαστηρίου”, ενώ τον Μάρτιο του 2019, ο Υπουργός Εξωτερικών, Michael Pompeo, προειδοποίησε για την επιβολή οικονομικών και έτερων κυρώσεων (π.χ. μη έκδοση VISA). Πράγματι, στις 5 Απριλίου του 2019 η Εισαγγελέας επιβεβαίωσε ότι η αμερικανική της βίζα ανεκλήθη.

Μετά την θετική για την Εισαγγελέα απόφαση του Τμήματος Εφέσεων, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε νέες κυρώσεις. Στις 11 Ιουνίου του 2020, ο Αμερικανός Πρόεδρος εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 13928 Εκτελεστικό Διάταγμα, το οποίο, διαπιστώνοντας ότι το ΔΠΔ, και ιδιαιτέρως η ανωτέρω έρευνα της Εισαγγελέως για το Αφγανιστάν, αποτελούν απειλή για την κυριαρχία των ΗΠΑ και παρέθεσε σειρά πιθανών κυρώσεων σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων (καθορισθέντα από τον Υπουργό Εξωτερικών σε συνεννόηση με τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης) που συνεργάζονται με το ΔΠΔ, είτε άμεσα  (π.χ. έρευνα, σύλληψη) είτε έμμεσα (π.χ. υλικοτεχνική, τεχνολογική ή οικονομική συνδρομή) σε οποιαδήποτε υπόθεση αφορά σε στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2020, ο Υπουργός Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι η Εισαγγελέας, αλλά και ο Προϊστάμενος του Τμήματος Δικαιοδοσίας, Συμπληρωματικότητας και Συνεργασίας του ΔΠΔ, Phakiso Mochochoko, εντάχθηκαν επίσημα στη λίστα Specially Designated Nationals and Blocked Persons του Υπουργείου Οικονομικών και υποβλήθηκαν στις προαναφερθείσες λόγω κυρώσεις, επισημαίνοντας ακόμη μία φορά ότι οι ΗΠΑ ουδέποτε έχουν αναγνωρίσει την δικαιοδοσία του ΔΠΔ.

Το ζήτημα της δικαιοδοσίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το θέμα της δικαιοδοσίας του ΔΠΔ επί ατόμων κρατών που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό, ούτε και έχουν  αναγνωρίσει ad hoc την δικαιοδοσία του ΔΠΔ επί συγκεκριμένης υπόθεσης ή γεγονότων. Στο αίτημά της, η Εισαγγελέας ισχυρίστηκε ότι εφόσον το Αφγανιστάν είναι συμβαλλόμενο κράτος στο Καταστατικό από τον Μάιο του 2003, το ΔΠΔ μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία επί φερόμενων εγκλημάτων που έλαβαν χώρα στο έδαφος αυτού, ανεξαρτήτως εθνικότητας του τελούντος το έγκλημα, σύμφωνα με το αρ. 12(2)(a) του Καταστατικού (κριτήριο της εδαφικότητας). Το εν λόγω άρθρο, ορίζει ότι, σε περίπτωση που η Εισαγγελέας ξεκινήσει έρευνα αυτεπαγγέλτως (αρ. 15), το ΔΠΔ έχει δικαιοδοσία κράτους που έχει κυρώσει το Καταστατικό “…στο έδαφος του οποίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά έλαβε χώρα ή, αν το έγκλημα διαπράχθηκε επί πλοίου ή αεροσκάφους, το Κράτος νηολογίου ή εγγραφής τους” (παρ. 44).

Κατ’ αρχήν, η επέκταση δικαιοδοσίας του ΔΠΔ σε υπηκόους κρατών που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό μέσω του εδαφικού κριτηρίου δεν είναι κάτι καινούριο. Στην υπόθεση της Νότιας Οσετίας για παράδειγμα το 2016, το ΔΠΔ διαπίστωσε ότι εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του πράξεις Ρωσικών στρατευμάτων που ενεπλάκησαν στην ένοπλη διαμάχη του 2008 (παρ. 23 κ. επ.), παρότι η Ρωσία δεν έχει κυρώσει το Καταστατικό, όμως το έχει κυρώσει η Γεωργία, στο έδαφος της οποίας βρίσκεται η Νότια Οσετία. Ομοίως, στην υπόθεση του Myanmar το 2019, το ΔΠΔ εξουσιοδότησε την Εισαγγελέα να ερευνήσει τα φερόμενα εγκλήματα κατά των Rohingya τελούμενα από αστυνομικές αρχές του Myanmar, παρόλο που το Myanmar δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος (παρ. 40, 45 κ.επ.). Οι διωγμοί ξεκίνησαν στο Myanmar και κατέληξαν στο Μπαγκλαντές (συμβαλλόμενο κράτος), συνιστώντας ένα διασυνοριακό έγκλημα και με άμεση σύνδεση των γεγονότων (παρ. 56, 59).

Επιπροσθέτως, η Εισαγγελέας αντιπαρέβαλε την απουσία από το ανωτέρω άρθρο διευκρίνισης εξαίρεσης, ή μη, ατόμων με εθνικότητα από κράτη που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό, με το άρθρο 15bis(5) για το έγκλημα της επιθετικότητας (aggression), όπου υπάρχει ρητή εξαίρεση δικαιοδοσίας του ΔΠΔ επί ατόμων κρατών που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό. Ισχυρίστηκε έτσι, ότι η διατύπωση του αρ. 12(2)(a) είναι σκόπιμη ώστε να συμπεριλάβει και άτομα κρατών που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό (παρ. 44). Η Εισαγγελέας επισήμανε επίσης σειρά διεθνών συνθηκών με δικαιοδοσία επί μη συμβαλλομένων κρατών (π.χ. Συνθήκη της Γενεύης, παρ. 45), όπως και διευκρίνισε ότι η ύπαρξη διεθνούς συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Αφγανιστάν επί δικαιοδοσίας δίωξης ποινικών εγκλημάτων μη-Αφγανών στο έδαφος του Αφγανιστάν, σύμφωνα με το άρ. 98 του Καταστατικού, δεν επηρεάζει την δικαιοδοσία του ΔΠΔ εφόσον  αφορά μόνον στην παράδοση ατόμων στο ΔΠΔ, και όχι στην δικαιοδοσία αυτήν καθ’ αυτήν.

Η επιχειρηματολογία της Εισαγγελέως, και η φιλοσοφία του ΔΠΔ εν γένει, ερείδεται επί δύο θεωρητικών βάσεων: την μεταβιβασθείσα καθολική δικαιοδοσία (delegated universal jurisdiction) και την μεταβιβασθείσα εδαφική δικαιοδοσία (delegated territorial jurisdiction). Στην πρώτη περίπτωση, θεωρείται ότι, συγκεκριμένα εγκλήματα είναι καθολικής δικαιοδοσίας βάσει διεθνούς (συνήθως εθιμικού) δικαίου, για όλα τα κράτη. Συνεπώς, όπως τα δικαστήρια ενός κράτους διατηρούν δικαιοδοσία δίωξης για σοβαρά (διεθνή επί το πλείστον) εγκλήματα ανεξαρτήτως της εθνικότητας του δράστη, έτσι δύνανται να μεταβιβάζουν μέρος της δικαιοδοσίας αυτής στο ΔΠΔ. Στη δεύτερη περίπτωση, επιχειρηματολογείται ότι κάθε κράτος διατηρεί δικαιοδοσία επί εφαρμογής αστικών και ποινικών διατάξεων εντός του εδάφους του. Παραδείγματος χάριν, όσον αφορά σε ποινικές διατάξεις, οι πολίτες των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, και της Ελλάδας (αρ. 5-11 ισχύοντος ΠΚ), κατά τη παραμονή τους στο έδαφος έτερου κράτους, υπάγονται στη νομοθεσία του κράτους υποδοχής, και εκεί διώκονται, συλλαμβάνονται, δικάζονται και εκτίουν την ανάλογη ποινή (βλ. και γενικό κανόνα, σ. 285), εκτός βέβαια αν ζητηθεί η έκδοσή τους (η οποία όμως είναι ύστερη και αρκετά ειδική διαδικασία). Εφόσον λοιπόν ένα κράτος μεταβιβάσει την δικαιοδοσία που ασκεί επί του εδάφους του σε ένα έτερο δικαιοδοτικό όργανο, περιλαμβανομένου του ΔΠΔ, τότε το όργανο αυτό δύναται να ασκήσει την δικαιοδοσία αυτή επί του εδάφους αυτου κράτους. Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, έχουν εκφραστεί αμφιβολίες όχι επί της αρχής, αλλά εάν οι ανωτέρω, κατά βάση κρατικής φύσεως, δικαιοδοσίες δύνανται να μεταβιβαστούν σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, πόσο μάλλον επί υπηκόων κρατών που δεν αναγνωρίζουν το διεθνές όργανο αυτό.

Ειδικότερα όσον αφορά στο, συγκριτικά ισχυρότερο, επιχείρημα του εδαφικού κριτηρίου, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει νομικό προηγούμενο σε κανένα διεθνές ποινικό δικαστήριο για την εφαρμογή του ως δικαιοδοτική βάση επί υπηκόων κρατών που δεν έχουν συναινέσει. Υπάρχουν περιπτώσεις όπως π.χ. η Ρουάντα και η πρώην Γιουγκοσλαβία, στις οποίες όμως η δικαιοδοσία θεμελιώθηκε σε αντίστοιχα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), και η δίκη της Νυρεμβέργης, όπου όμως και πάλι υπήρξε η τυπική συναίνεση της Γερμανίας για την εκδίκαση των εγκλημάτων πολέμου. Η μόνη ίσως σχετική περίπτωση μεταβίβασης εδαφικής δικαιοδοσίας από κράτος σε διεθνές δικαστήριο είναι αυτή του Ειδικού Δικαστηρίου για την εκδίκαση διεθνών εγκλημάτων στη Σιέρα Λεόνε, το οποίο καταδίκασε το 2003 τον Πρόεδρο της Λιβερίας Charles McArthur Ghankay Taylor για την ανάμειξή του στην εμφύλια διαμάχη[5]. Κατόπιν της καταδίκης και του εντάλματος σύλληψης, η Λιβερία στράφηκε κατά της Σιέρα Λεόνε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης περί αμφισβήτησης της κυριαρχίας της και δικαιοδοτικής ασυλίας του αρχηγού κράτους[6].

Ο Taylor απευθύνθηκε και στο τμήμα εφέσεων του Ειδικού Δικαστηρίου για ακύρωση του εντάλματος, επικαλούμενος την κυριαρχική ισότητα των κρατών, την δικαιοδοτική ασυλία που απολαμβάνουν τα κρατικά αξιώματα και τον μη-διεθνή χαρακτήρα του δικαστηρίου (παρ. 6-8). Το αίτημα απορρίφθηκε, με το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο υπήρξε ένα νομιμοποιημένο διεθνές δικαστήριο μέσω συμφωνίας με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αρμόδιο επί εγκλημάτων στο έδαφος της Sierra Leone, ασχέτως εθνικότητας (παρ. 37-40). H έννοια της ασυλιας των κρατών υφίσταται και πηγάζει από την κυριαρχική ισότητα των κρατών, όμως συγκεκριμένα πρόσωπα, ασχέτως αξιώματος, φέρουν ποινική ευθύνη ενώπιον διεθνών δικαστηρίων (παρ. 50-53). Ο Taylor συνελήφθη το 2006 και καταδικάστηκε το 2012 σε 50 χρόνια φυλάκισης.

Συμπεράσματα

Σίγουρα το θέμα της δικαιοδοσίας του ΔΠΔ, ειδικά επί υπηκόων κρατών που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό του,  αποτελεί ζήτημα διαφωνίας όχι μόνον στο πολιτικό αλλά και στον ακαδημαϊκό χώρο, και αναμφισβήτητα επηρεάζει ευαίσθητα θέματα διεθνούς δικαίου και κρατικής κυριαρχίας, κάτι που αποδεικνύεται άλλωστε και από τις έντονες αντιδράσεις των ΗΠΑ διαχρονικά στο ΔΠΔ και την δικαιοδοσία του, και από την εκτενή σχετική βιβλιογραφία και τις διαφορετικές απόψεις που εκφράζονται εντός αυτής. Η Εισαγγελέας σε συνέντευξή της σχετικά με τις επιβληθείσες κυρώσεις, δήλωσε ότι παραμένει προσηλωμένη στο έργο της και πως για την ίδια «πρόκειται για ένα ζήτημα δικαιοσύνης, όχι δύναμης».

[1] Ερευνήτρια ΚΕΔΗΔ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Νομικές Σπουδές», Νομική Σχολή (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

[2] Ακαδημαϊκός Συνεργάτης ΚΕΔΗΔ, Υποψήφιος διδάκτωρ Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας).

[3] Αποτελούμενο από 3 δικαστές ανά υπόθεση, υπεύθυνο μεταξύ άλλων να εξετάζει αιτήματα της εισαγγελέως, να εξουσιοδοτεί έρευνα, να κρίνει ζητήματα δικαιοδοσίας και παραδεκτότητας.

[4] Οι ΗΠΑ είχαν υπογράψει αρχικά το Καταστατικό επί προεδρίας Clinton το 2000, έκτοτε όμως δεν τέθηκε ποτέ στη Γερουσία προς επικύρωση. Οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ επί αμερικανών πολιτών, και απαγορεύεται σε οποιαδήποτε τοπική, πολιτειακή, ή ομοσπονδιακή αρχή, υπηρεσία ή δικαστήριο να συνεργαστεί με οποιονδήποτε τρόπο με το ΔΠΔ. Ωστόσο, έχει τεθεί υπόψη του Κογκρέσου η πιθανότητα το Καταστατικό να γεννά δικαίωμα άσκησης δικαιοδοσίας επί προσωπικού κρατών που δεν το έχουν επικυρώσει, κάτι για το οποίο είχε εκφράσει αμφιβολίες και ο τέως Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον. Συναφώς, οι ΗΠΑ επιχειρούν να χτίσουν ένα δίχτυ προστασίας για το προσωπικό τους κατά τη διάρκεια αποστολών στο εξωτερικό απαιτώντας σχετικές εγγυήσεις για εξουσιοδοτημένες επεμβάσεις και ειρηνευτικές αποστολές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (π.χ.  Μνημόνιο του Υπουργού Εξωτερικών για τις επιχειρήσεις στο Μάλι το 2014), και συνάπτοντας διμερείς συμφωνίες με συμβαλλόμενα στο Καταστατικό κράτη, οι οποίες εξασφαλίζουν δικαιοδοτική ασυλία για το στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ από διώξεις ή συλλήψεις (π.χ. αρ. 13 της Συμφωνίας ΗΠΑ-Αφγανιστάν του 2014, καθώς και προγενέστερες συμφωνίες).

[5] Η Λιβερία αναγνώρισε το ΔΠΔ το 2004, πλέον του ενός έτους έπειτα της δίωξης του Προέδρου.

[6] Έως σήμερα δεν έχει υπάρξει εξέλιξη στην υπόθεση αυτή, εφόσον η Σιέρα Λεόνε δεν έχει αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, άρα, σύμφωνα με το άρ. 38(5) των Κανόνων του Δικαστηρίου θα πρέπει πρώτα η Σιέρα Λεόνε να αποδεχθεί τη δικαιοδοσίας του επί της διαφοράς.